<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>γενιά &#8211; Together</title>
	<atom:link href="https://dev.togethermag.gr/tag/genia/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link></link>
	<description>Free Press</description>
	<lastBuildDate>Thu, 02 Nov 2023 17:32:18 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=6.4.8</generator>

<image>
	<url>https://dev.togethermag.gr/wp-content/uploads/2018/11/ico.png</url>
	<title>γενιά &#8211; Together</title>
	<link></link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Γενιές στους δρόμους</title>
		<link>https://dev.togethermag.gr/life-culture/vivlio/genies-stous-dromous/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[togetherteam]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 02 Nov 2023 17:32:18 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Βιβλίο]]></category>
		<category><![CDATA[Boomers]]></category>
		<category><![CDATA[Millennials]]></category>
		<category><![CDATA[βιβλίο]]></category>
		<category><![CDATA[βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου Οι millennials στον δρόμο]]></category>
		<category><![CDATA[γενιά]]></category>
		<category><![CDATA[γενιές ταυτότητα Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[Δημήτρης Παπανικολόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Οι millennials στον δρόμο]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/?p=45910</guid>

					<description><![CDATA[ Η έννοια της γενιάς έχει μπει για τα καλά στη δημόσια συζήτηση και στην Ελλάδα. Με αρκετή καθυστέρηση βέβαια, αν σκεφτούμε ότι σε πολλές χώρες αυτές οι περίεργες ονομασίες –γενιά Χ, millennials, γενιά Ζ– αποτελούν εδώ και πολύ καιρό ένα βασικό «κλειδί» με το οποίο επιχειρείται να ερηνευθούν οι μετασχηματισμοί και οι συγκρούσεις του χαοτικού [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div align="left">
<p dir="ltr"> Η έννοια της γενιάς έχει μπει για τα καλά στη δημόσια συζήτηση και στην Ελλάδα. Με αρκετή καθυστέρηση βέβαια, αν σκεφτούμε ότι σε πολλές χώρες αυτές οι περίεργες ονομασίες –γενιά Χ, millennials, γενιά Ζ– αποτελούν εδώ και πολύ καιρό ένα βασικό «κλειδί» με το οποίο επιχειρείται να ερηνευθούν οι μετασχηματισμοί και οι συγκρούσεις του χαοτικού μας κόσμου. Στα καθ’ ημάς, μέχρι πολύ πρόσφατα, η μοναδική γενιά που ως τέτοια μας είχε απασχολήσει, τόσο στην επιστημονική όσο και στη δημόσια σφαίρα, ήταν η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή η ελληνική εκδοχή της γενιάς των boomers, των παιδιών της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου.</p>
</div>
<div align="left">
<p dir="ltr">Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η έννοια της γενιάς αρχίζει να αναδύεται ως ερμηνευτικό εργαλείο με ευρύτερη αποδοχή και χρησιμότητα. Βιβλία, άρθρα, έρευνες κοινής γνώμης οργανώνονται γύρω από αυτό το μέχρι πρότινος ελάχιστα οικείο εργαλείο κατανόησης του κοινωνικού κόσμου και της σύγχρονης ιστορίας. Ασφαλώς, γνωρίζουμε πια ότι η γενιά ορίζεται μεν συμβατικά αλλά είναι κάτι παραπάνω από απλώς ηλικιακές «φέτες» ανθρώπων. Η ιστορικοποίηση του όρου είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ερμηνευτική του εμβέλεια.</p>
</div>
<div align="left">
<p dir="ltr">Οι boomers δεν είναι απλώς τα παιδιά του μεταπολεμικού baby boom, που γεννήθηκαν μεταξύ 1945 και 1965. Είναι μια κατηγορία ανθρώπων που μεγάλωσαν και διαμόρφωσαν την ταυτότητά τους μέσα σε κοινές εθνικές και παγκόσμιες συνθήκες: στις συνθήκες της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης, της πλήρους εργασίας και του κοινωνικού κράτους, της βιοτικής ασφάλειας που επέτρεψε τη διεύρυνση των αξιακών αναζητήσεων σε νέα πεδία, όπως η οικολογία, η ποιότητα ζωής, το αντιπολεμικό κίνημα, η ισότητα των φύλων, τα ανθρώπινα δικαιώματα.</p>
</div>
<p>Και αν για τη γενιά αυτή γνωρίζουμε κάποια ή αρκετά πράγματα, πλέον κάνουν την εμφάνισή τους στο προσκήνιο και οι επόμενες γενιές. Η μεταιχμιακή γενιά Χ και κυρίως οι millennials, οι γεννημένοι μεταξύ 1981 και 1996 συμβατικά – με πιο ιστορικούς όρους, τα παιδιά της νέας χιλιετίας, που διαμορφώθηκαν μέσα στους ανέμους αισιοδοξίας της χαρούμενης παγκοσμιοποίησης στη δεκαετία του 2000, που ήρθαν όμως αντιμέτωπα με τη ματαίωση των προσδοκιών που έφερε η κρίση του 2008 για μια γενιά εξαιρετικά μορφωμένη, διεθνοποιημένη, γεννημένη σχεδόν μέσα στον ψηφιακό κόσμο. Και βέβαια, ακολουθεί η περισσότερο αχαρτογράφητη γενιά Ζ, τα παιδιά των «πολυκρίσεων» που ξεκίνησαν με την παγκόσμια οικονομική κρίση και συνεχίζονται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα.</p>
<p>Το βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου Οι millennials στον δρόμο έρχεται να προστεθεί και να προσθέσει μια νέα διάσταση σε αυτή τη συζήτηση που ολοένα διευρύνεται και εμβαθύνει. Κυριολεκτικά ακούραστος μελετητής ο ίδιος της συλλογικής δράσης και των κοινωνικών κινημάτων, όχι από καθέδρας αλλά μέσα στο πεδίο, με ματιά επιστημονικά ενήμερη αλλά και όσο χρειάζεται έκκεντρη ώστε να μην κλείνεται σε συμβατικές προσεγγίσεις, ο Παπανικολόπουλος μεταφέρει το βασικό αντικείμενο των ερευνητικών του ενδιαφερόντων στο πεδίο της γενιάς, με επίκεντρο τους Έλληνες millennials. Της γενιάς δηλαδή που στην αρχή της πιο παραγωγικής της φάσης έζησε την ελληνική κρίση, τη χρεοκοπία και τους πολιτικούς και κοινωνικούς κλυδωνισμούς που προκάλεσε, αλλά και τις κρίσεις που ακολούθησαν (μεταναστευτική, κλιματική, γεωπολιτική, υγειονομική και πάει λέγοντας).</p>
<p>Ως ερευνητικό εγχείρημα έχει μια διπλή αξία, τόσο για όσους ενδιαφέρονται γενικώς να κατανοήσουν αυτή τη γενιά όσο και για όσους θα το βλέπαμε ως μια άσκηση αυτογνωσίας καθώς ανήκουμε πάνω κάτω σε αυτήν. Από τη μία, το Οι millennials στον δρόμο εντάσσει την ελληνική γενιά της κρίσης στη διεθνή βιβλιογραφία, την πλαισιώνει με όσα ξέρουμε από τη διεθνή συζήτηση για τους millennials, δείχνοντας ότι ανταποκρίνεται στις αναμονές της «θεωρίας». Η ελληνική κινηματική γενιά των millennials δεν αποτελεί κομμάτι ενός υποτιθέμενου ελληνικού εξαιρετισμού αλλά εντάσσεται σε ένα υπερεθνικό παράδειγμα: ως digital natives, δικτυώνονται και κινητοποιούνται χρησιμοποιώντας το οικείο εργαλείο του διαδικτύου, προτιμούν τις οριζόντιες, αποκεντρωμένες και μη ιεραρχικές δομές οργάνωσης, ενσωματώνουν νέες, διαθεματικές αξίες και ρεπερτόρια δράσης, η πολιτικοποίησή τους (μας) εκκινεί από συνθήκες μιας διευρυμένης επισφάλειας αλλά και μιας καχυποψίας προς το πολιτικό σύστημα, αναπτύσσεται μέσα στις ανισότητες του σύγχρονου κόσμου, η συλλογικότητα συνυπάρχει και συγκρούεται ταυτόχρονα με την έντονη εξατομίκευση. Από την άλλη, οι millennials στην Ελλάδα, όπως και παντού, δεν είναι μια μονολιθική γενιά· διέπονται από εσωτερικές αντιθέσεις αλλά επίσης κατασκευάζουν την ταυτότητά τους σε σχέση (και αντίθεση) με άλλες γενιές.</p>
<p>Το βιβλίο συνοψίζει τα ευρήματα μιας εκτενούς έρευνας που συνδυάζει τη συμμετοχική παρατήρηση με μια σειράσ υνεντεύξεων με άτομα που συμμετέχουν σε μορφές συλλογικής δράσης στην Ελλάδα. Το υλικό είναι πλούσιο και επιτρέπει στον συγγραφέα να θέσει στο τραπέζι της έρευνας και του διαλόγου ένα ολόκληρο φάσμα ζητημάτων. Θα μπορούσε κανείς να εγείρει ορισμένες ενστάσεις, όπως για παράδειγμα το ότι η πειστική ποιοτική διάσταση της έρευνας συνοδεύεται από μια ποσοτική αποτύπωση που όμως θα χρειαζόταν μια αυτοτελή ποσοτική έρευνα για να είναι πλήρης – πάντως το βιβλίο ανοίγει πεδία ερωτημάτων και για αντίστοιχες προσεγγίσεις. Ή ότι η επιλογή να αφεθεί εκτός ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης συλλογικής δράσης, ο ακτιβισμός με συντηρητικό ή και ακροδεξιό πρόσημο, αφαιρεί από την πληρότητα του εγχειρήματος, ιδίως αν σκεφτούμε τη βαρύτητα που είχαν στην πρόσφατη πολιτική ιστορία μας οι κινητοποιήσεις λ.χ. για το «Μακεδονικό» με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών.</p>
<p>Παρ’ όλα αυτά, το Οι millennials στον δρόμο παραμένει μια σημαντική συμβολή στο πεδίο της έρευνας για τις γενιές στην Ελλάδα, αλλά και ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα για όποιον και όποια θέλει να εντρυφήσει σε αυτή την σχετικά καινούρια στα καθ’ ημάς αλλά ουσιαστική συζήτηση. Ας το επαναλάβουμε: είναι και μια άσκηση αυτογνωσίας για όσους και όσες είχαμε την τύχη ή την ατυχία να ανήκουμε στη γενιά των μεγάλων ματαιωμένων προσδοκιών, που ακόμη αναζητά να κατασκευάσει την ατομική και συλλογική της βιογραφία.</p>
<p><em>* Πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας</em></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Τελικά τι σημαίνει να είσαι ΠΑΟΚτσης;</title>
		<link>https://dev.togethermag.gr/newsfeed/isovitis-mia-epoxi-sto-tsimento-paok/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Κέλλυ Γρηγοριάδου]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 31 May 2018 21:00:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ID]]></category>
		<category><![CDATA[News Feed]]></category>
		<category><![CDATA[Togetherωτήσεις]]></category>
		<category><![CDATA[Κόσμος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόσωπα]]></category>
		<category><![CDATA[Υγεία]]></category>
		<category><![CDATA[PAOK]]></category>
		<category><![CDATA[γενιά]]></category>
		<category><![CDATA[γήπεδο]]></category>
		<category><![CDATA[εποχή]]></category>
		<category><![CDATA[Ισοβίτης]]></category>
		<category><![CDATA[ομάδα]]></category>
		<category><![CDATA[οπαδός]]></category>
		<category><![CDATA[Παοκτσής]]></category>
		<category><![CDATA[συνθήματα]]></category>
		<category><![CDATA[Τούμπα]]></category>
		<category><![CDATA[τσιμέντο]]></category>
		<category><![CDATA[φίλαθλος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://togethermag.gr/uncategorized/isovitis-mia-epoxi-sto-tsimento-paok/</guid>

					<description><![CDATA[Επιμέλεια  Βικτώρια Γκουντώνη “Γενικώς με πήγαινε συχνά στο γήπεδο ο πατέρας μου. Ήταν Παναθηναϊκός, ταξιδεύαμε από την Καβάλα σε όλη τη Μακεδονία για να βλέπουμε μπάλα. Μου άρεσε, ήταν το δέσιμό μας. Οι πρώτες μνήμες ήταν από τους αγώνες του ΠΑΟΚ στο γήπεδο της Καβάλας, αλλά το πρώτο ματς που θυμάμαι με λεπτομέρειες και ως [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Επιμέλεια  Βικτώρια Γκουντώνη </strong></p>
<h3></h3>
<h4><strong>“Γενικώς με πήγαινε συχνά στο γήπεδο ο πατέρας μου. Ήταν Παναθηναϊκός, ταξιδεύαμε από την Καβάλα σε όλη τη Μακεδονία για να βλέπουμε μπάλα. Μου άρεσε, ήταν το δέσιμό μας. Οι πρώτες μνήμες ήταν από τους αγώνες του ΠΑΟΚ στο γήπεδο της Καβάλας, αλλά το πρώτο ματς που θυμάμαι με λεπτομέρειες και ως ατμόσφαιρα ήταν ένα ΠΑΟΚ-Πιερικός το 1985. Η μυρωδιά του γηπέδου στη δεκαετία του ’80 δεν ξεχνιέται, ήταν ένα μείγμα καπνού, σκόνης και τσιμέντου. Βροχής. Κρύου, σκληρού κρύου και φελιζόλ.”</strong></h4>
<p>&nbsp;</p>
<p><img fetchpriority="high" decoding="async" class="alignnone  wp-image-7714" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/1524576495205_Scan-Image-2017-07-13-05-20-12-2-300x210.jpg" alt="" width="976" height="683" /></p>
<h4><strong>Μέσα στις σελίδες του βιβλίου του Νίκου Ιωαννίδη, “Μια Εποχή στο τσιμέντο” ζωντανεύει ξανά το πέταλο, ακούγονται συνθήματα μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε στα γήπεδα και ξεδιπλώνονται οι ιστορίες “των καλύτερων οπαδών μιας ομάδας που δεν υπήρξε ποτέ.”. Τελικά, ο “Ισοβίτης” είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ΠΑΟΚτση!</strong></h4>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong>Τι ήταν αυτό που έκανε τη δεκαετία του ‘90 σημείο αναφοράς για τον ΠΑΟΚ;</strong></h4>
<p>Συνολικά, η συγκεκριμένη δεκαετία είναι μια περίοδος με αυτόνομη θέση στην οπαδική “ιστορία”. Όσοι πρωτοπήγαμε στα πέταλα εκείνα τα χρόνια, δηλαδή οι σημερινοί σαραντάρηδες, παραλάβαμε τον χουλιγκανισμό της προηγούμενης δεκαετίας με τα βρετανικά χαρακτηριστικά των άγριων μαχών ανάμεσα σε αντιπάλους οπαδούς, αλλά αντί να κάνουμε αυτό παίζαμε ξύλο με την αστυνομία. Η δική μου γενιά άφησε πίσω το στείρο μίσος για τους απέναντι και επικεντρώθηκε στην αγάπη για τον διπλανό και τον συνταξιδιώτη, μα οι δυνάμεις καταστολής δεν φαίνονταν να αντιλαμβάνονται αυτήν τη μεταστροφή. Αν λάβεις υπόψη τα υλικά που έφτιαξαν την κατάσταση στις κερκίδες και τον ΠΑΟΚ εκείνης της εποχής που πραγματικά δεν κέρδισε τίποτα, είχες μια ασπρόμαυρη μετακινούμενη λαοθάλασσα σε όλα τα γήπεδα της χώρας να ταξιδεύει Κυριακή παρά Κυριακή παντού για να τραγουδάει ύμνους σε μια ομάδα που δεν υπήρχε ή, έστω, δεν ήταν αντάξια της αφοσίωσης που της δινόταν. “Οι καλύτεροι οπαδοί μιας ομάδας που δεν υπήρξε ποτέ”.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong>Ποια από τις θρυλικές εκδρομές των οπαδών νοσταλγείτε σήμερα;</strong></h4>
<p>Το μόνο που νοσταλγώ είναι το μέλλον. Είμαστε συνθέσεις όλων των εμπειριών μας και καθεμιά είναι μοναδική, άρα δεν θα ήθελα να ξαναζήσω τίποτα για να μην του στερήσω αυτό το στοιχείο της μοναδικότητας. Νοσταλγώ μια εποχή που θα ξαναμπορούμε να ταξιδεύουμε και να τραγουδάμε χωρίς να θεωρούμαστε ως ντε φάκτο και συλλήβδην εγκληματίες. Ο ισχύων Νόμος ως τέτοιους μας θεωρεί, ποινικοποιώντας το συναίσθημα που νιώθουμε, αυτό που μας στέλνει πίσω από ένα πέταλο και μια ομάδα ποδοσφαίρου.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img decoding="async" class=" wp-image-7717 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/1524576488738_k90-247x300.jpg" alt="" width="496" height="602" /></p>
<h4></h4>
<h4><strong>Στη συνθηματολογία των οπαδών τα ναρκωτικά έχουν περίοπτη θέση. “ΠΑΟΚ, εκδρομές, ναρκωτικά!” Πως εξηγείται αυτός ο συσχετισμός;</strong></h4>
<p>Το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι θλιβερό και έχω τοποθετηθεί πολλάκις δημοσίως εναντίον του. Είμαστε μια πολύ μεγάλη μερίδα στην κερκίδα που σιωπά όταν τραγουδιέται. Καθένας μας έχει θρηνήσει φίλους, κολλητούς, συνταξιδιώτες από την Κατάρα και η “ωδή” στον δολοφόνο της νιότης μας, που αρκετοί τον ξεγελάσαμε ξυστά, την τελευταία στιγμή πριν πέσουμε στον γκρεμό, ακούγεται τουλάχιστον ως ύβρις. Είναι από τα χάσματα που δεν μπορώ να γεφυρώσω με τη γενιά που μας διαδέχτηκε, αυτή η ανεξήγητη γοητεία που τους ασκούν οι ουσίες, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο. Όπως και να ‘χει, η χρήση ναρκωτικών από οπαδούς έχει την ίδια αναλογία με τη χρήση ναρκωτικών γενικώς, είτε στο παρελθόν είτε τώρα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong>Είναι η οπαδική συμπεριφορά των Παοκτσήδων παρεξηγημένη;</strong></h4>
<p>Είναι παρεξηγημένη και πολύ ορθά είναι παρεξηγημένη. Πολύ απλά, δεν θα την εξηγήσει κανένας Παοκτσής, οπότε ο καθένας είναι ελεύθερος να δώσει τη δική του ερμηνεία. Αλλά, διάολε, κάνεις δεν μπορεί να καταλάβει πως δεν μπορεί το μίσος να είναι η πηγή όλου αυτού του ασπρόμαυρου ετερόκλητου σύμπαντος, δεν μπορεί το μίσος να οδηγεί κάποιον να αφήνει δουλειές, οικογένειες, σχολές, να ταξιδεύει χιλιάδες χιλιόμετρα και να κάνει παύση σε οτιδήποτε απλώς για να βρεθεί σε ένα πέταλο για δύο ώρες, να ρισκάρει την υγεία του, την ίδια του τη ζωή καμία φορά, ακολουθώντας ένα συναίσθημα και αυτό το συναίσθημα να είναι το μίσος; Όχι, μόνο η αγάπη μπορεί να σε οδηγήσει να τα κάνεις όλα αυτά. Ανεξήγητη, καταστροφική, αυτοκαταστροφική, λυτρωτική, ανάπηρη, αλλά αγάπη. Αλλά παρεξηγημένη και παρεξηγήσιμη, οπότε επιστρέφουμε στο ερώτημα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img decoding="async" class="wp-image-7718 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/1524576492327_Scan-Image-2017-07-13-05-22-20-2-300x212.jpg" alt="" width="783" height="553" /></p>
<h4></h4>
<h4><strong>Φίλαθλος στη δεκαετία του &#8217;90 και φίλαθλος το 2018. Υπάρχουν διαφορές;</strong></h4>
<p>Όσο φίλαθλος ήσουν τότε, τόσο πελάτης είσαι σήμερα. Βγάζοντας εκτός μια μειοψηφία που πραγματικά δεν επιτρέπει στο περιβάλλον να αλλοιώσει τον πυρήνα της, οι θαμώνες των γηπέδων του ’90 είναι οι σημερινοί καναπεδάκηδες -όχι μόνο ποδοσφαιρικά αλλά γενικώς. Ο αθλητισμός μετατρέπεται σε προϊόν, τιμολογείται, πωλείται με δόσεις και εκπτωτικά πακέτα από τα συνδρομητικά. Με την απόσυρση και της σημερινής γενιάς, οι φίλαθλοι στις κερκίδες θα χρησιμοποιούνται ως κλακαδόροι, καταναλωτές ξένων συναισθημάτων, θα έχει πάψει η πρωτογενής δημιουργία συναισθήματος και μόνο να το αγοράσεις θα μπορείς με το εισιτήριο ή τη συνδρομή στο κανάλι. Η ταύτιση των νεαρότερων ηλικιών με τους επιχειρηματίες και όχι με τις ομάδες τους είναι μεγάλη αλλαγή που βλέπεις με γυμνό μάτι, κάτι που δεν υπήρχε πριν από είκοσι-τριάντα χρόνια, δηλαδή αν τότε υπήρχε, λόγου χάρη, ΠΑΟΚ, ΑΕΚ, Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός, τώρα ακούς να μαλώνουν υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντα του Σαββίδη, του Μελισσανίδη ή του Μαρινάκη. Να το θέσω απλά: Από πρωταγωνιστές της ζωής μας, επιλέγουμε, για κάποιο λόγο, να είμαστε θεατές στην ίδια μας τη ζωή, σαν να παίζουμε σε τηλεπαιχνίδι.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong>“Μια εποχή στο τσιμέντο” o</strong><strong> τίτλος του βιβλίου σας. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο και τι νοηματοδοτεί;</strong></h4>
<p>Ήμασταν η τελευταία φουρνιά που πέρασε από τα τσιμεντένια γήπεδα. Μερικά δεν είχαν καν τσιμέντα, όπως αυτό του εξωφύλλου, μας βάζανε επί ώρες στη λάσπη, σε έναν ελαφρώς υπερυψωμένο χωμάτινο στίβο, όπως στη Λιβαδειά ή τη Δράμα.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong>Πως ξεκίνησε η καταγραφή όλων αυτών των στιγμών, οι οποίες τελικά αποτέλεσαν το βιβλίο σας; Ποια ανάγκη κρύβεται πίσω από το συστηματικό γράψιμο στο site</strong><strong> σας;</strong></h4>
<p>Απλώς ξεκίνησε. Είναι μια ανάγκη να καταγράψεις οτιδήποτε σε εμπνέει, σε στοιχειώνει, σε πνίγει στο χαρτί – το ηλεκτρονικό χαρτί, εν προκειμένω. Νομίζω πως αυτό δίνει την ιδιότητα του “συγγραφέα” σε κάποιον, η ασφυξία που νιώθει διαρκώς αν δεν μετατρέψει όσα χορεύουν μέσα στο κεφάλι του σε λέξεις. Οι εμπειρίες από το γήπεδο μου πρόσφεραν μια εξαιρετικά σπάνια ευκαιρία να αδειάσω το μυαλό μου και να ανασάνω, με βάραιναν όσο τα κρατούσα και περνούσαν τα χρόνια. Στη διαδρομή, διαπίστωσα πως, ακούσια, μιλούσα εκπροσωπώντας μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που μαγεύτηκαν από την κουλτούρα του γηπέδου εκείνη την περίοδο οπότε από ένα σημείο και μετά απελευθερώθηκα εντελώς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7715 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/12717332_1014833728574632_6794110974093108347_n-300x137.jpg" alt="" width="839" height="383" /></p>
<h4></h4>
<h4></h4>
<h4><strong>Ήταν  δύσκολη η επιλογή των ιστοριών για το βιβλίο; Πως περιορίζεις μια ολόκληρη οπαδική ζωή σε μερικές σελίδες;</strong></h4>
<p>Δεν ήταν καθόλου δύσκολη η επιλογή επειδή τις έστειλα όλες στον Εκδοτικό Οίκο χωρίς να κόψω τίποτα. Η αρχική μορφή του βιβλίου ήταν πάνω από οκτακόσιες σελίδες. Κάθε τόσο, πίνω ένα ποτήρι στην υγειά του ανθρώπου που του έλαχε η αποστολή να βουτήξει εκεί μέσα και να βρει τρόπο να κόψει τα μισά, χωρίς να χαθεί κανένα νόημα και δίχως να στερηθεί ο συγγραφέας ή ο αναγνώστης από καμία βασική πληροφορία της αφήγησης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<h4><strong>Ποια είναι η γνώμη σου για τα τελευταία περιστατικά αναφορικά με τη συμπεριφορά του Ιβάν Σαββίδη στον αγωνιστικό χώρο;</strong></h4>
<p>Θα έπρεπε να γνωρίζω τον Ιβάν Σαββίδη για να έχω γνώμη γι&#8217; αυτόν. Αλλά δεν τον γνωρίζω, συνεπώς τον κρίνω όπως οι περισσότεροι, δηλαδή από τη δημόσια εικόνα του και τη ρητορική του. Είναι μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου που δεν μπορώ να τον διαβάσω με τίποτα, παραμένει μυστήριο για μένα. Θα μείνω στη θεωρία της ποδοσφαιρικής λογικής, δηλαδή πως όποιος παθιάζεται με την μπάλα, είτε δισεκατομμυριούχος όπως ο Σαββίδης είτε φτωχαδάκι όπως εγώ, την ίδια συμπεριφορά θα έχουμε απέναντι σε κάτι που θεωρούμε ως ακραία άδικο: Θα χάσουμε το μυαλό μας. Από εκεί και πέρα, το τι κάνει ο καθένας όταν χάνει το μυαλό του είναι αντικείμενο ολόκληρης Επιστήμης που δεν την κατέχω.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="wp-image-7716 aligncenter" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/1524576485948_0005-300x221.jpg" alt="" width="844" height="622" /></p>
<h4><strong>Τελικά τι σημαίνει να είσαι ΠΑΟΚτσης;</strong></h4>
<p>Να πηγαίνεις μπροστά. Πάντα ευθεία, πάντα μπροστά. Να ζεις και να αφήνεις τους άλλους να ζήσουν. Να είσαι ο κόσμος γι&#8217; αυτούς που δεν έχουν κόσμο να τους ταιριάξει. Να κοιτάζεις το αύριο και να το νοσταλγείς αλλά παράλληλα να ξέρεις πως όλο αυτό είναι μάταιο. Στην τελική, ΠΑΟΚ είναι να χτίζεις μια ουτοπία αλλά μόλις αντιλαμβάνεσαι πως ίσως και να την ολοκληρώσεις να την κάνεις κομμάτια και να ξαναρχίζεις το χτίσιμο, την αμέσως επόμενη στιγμή. Τα έχει γράψει με ομορφότερες λέξεις ο Καμί, σε ένα βιβλίο που μιλάει για έναν άνθρωπο, Παοκτσή, κι έναν βράχο που ανέβαζε σε ένα βουνό.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p><strong><em>Το βιβλίο του Νίκου Ιωαννίδη, “Μια Εποχή στο Τσιμέντο”, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ.</em></strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p><img loading="lazy" decoding="async" class="alignnone  wp-image-7721" src="https://togethermag.gr/wp-content/uploads/2019/02/ISOVITIS_COVER_FRONT-211x300.jpg" alt="" width="597" height="849" /></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
